παρασκευή

παρασκευή
παρασκευ-ή, ,
A preparation,

δείπνου Hdt.9.82

; παρασκευὴν σίτου παραγγείλας having ordered corn to be prepared, Id.3.25, cf. Pl.R.369e ;

π. νεῶν Ar.Ach.190

; ἐν τούτῳ παρασκευῆς ἦσαν in this state of preparation, Th.2.17 ; preparation, practice, as of a speaker preparing his speech, Isoc.4.13, X.Mem.4.2.6 ;

ἡ π. τῆς πραγματείας Plb.3.26.5

(elsewh. προκατασκευή, q.v.) ; λέγειν ἀπὸ παρασκευῆς, opp. αὐτοσχεδίως, Alex.Fig.1.2 ; also, in a speech, preparatory section, D.H.Is.15 (pl.) ; cf.

παρασκευάζω A. 3

fin.
b with Preps., ἐκ παρασκευῆς of set purpose, by arrangement, Antipho 6.19, Lys.31.30 ; μάχη ἐγένετο ἐκ π. a pitched battle, Th.5.56 ;

ἀπὸ παρασκευῆς Id.1.133

;

ἀπὸ π. οὐδεμιᾶς Antipho 5.22

; δι' ὀλίγης παρασκευῆς at short notice, offhand, Th.4.8 ;

τὸ ναυτικὸν ἐν π. ἦν Id.2.80

; ἦσαν ἐν π. πολέμου were engaged in preparing for it (cf. κατασκευή), Id.8.14 ;

ἐν παρασκευῇ εἶναι Arist.Rh.1382b3

;

μετὰ παρασκευῆς πλείστης ἠδίκησεν Id.Rh.Al.1427a4

;

ἄνευ παρασκευῆς Pl.Ep.326a

.
2 providing, procuring,

φίλων καὶ οὐσίας Id.R.361b

; ὑγιείας σώματι π. Id.Lg.962a ; way or means of providing, τίς . . τέχνη τῆς π. τοῦ μηδὲν ἀδικεῖσθαι; Id.Grg.510a ; δύ' εἶναι τὰς π. ἐπὶ τὸ θεραπεύειν ib.513d ; in E.Ba.457, λευκὴν . . χροιὰν εἰς παρασκευὴν ἔχεις, ἐκ π. shd. be read.
3 intrigue, cabal, for the purpose of gaining a verdict or carrying a measure, Cratin.185, Antipho 5.79, And. 1.1, Lys. 12.75, al., D.43.32.
II that which is prepared, equipage, πλοῦτοί τε καὶ πᾶσα ἡ τοιαύτη π. Pl.R. 495a, cf. X.Cyr.8.3.14.
2 freq. in military sense (v. supr. 1.1), armament, And.1.107, Th.6.31, X.Ages.1.13, HG5.2.23 ; ἵπποι καὶ ὅπλα καὶ ἡ ἄλλη π. Th.2.100, cf. 5.17 ; γίγνεσθαι τὰς παρασκευὰς ἐποίης αI got the armaments ready for service, D.18.102 ; αἱ πρὸς πόλεμον π. Arist.Rh.1383b3.
3 generally, power, means, Th.1.1 ; natural equipment, Arr.Epict.1.2.30, 2.19.30 ; φύσις καὶ π. ib.4.8.42, cf. 1.6.37 ; of the physical constitution of a new-born infant, Gal. 6.32 ; of mental faculties, predisposition, δύναμις καὶ π. Plot.4.6.3.
III among the Jews, the day of Preparation, before the sabbath of the Passover, Ev.Marc.15.42, Ev.Jo.19.14,31, etc. ;

ἡμέρα παρασκευῆς Ev.Luc.23.54

.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • παρασκευή — preparation fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παρασκευή — I Όνομα αγίων της Ανατ. Ορθόδοξης Εκκλησίας. 1. Αδελφή της Σαμαρείτιδας Φωτεινής. Μαρτύρησε με σπαθί. Η μνήμη της τιμάται στις 26 Φεβρουαρίου. 2. Καταγόταν από τους Επιβάτες της Θράκης. Η μνήμη της τιμάται στις 14 Οκτωβρίου. 3. Ρωμαία οσία.… …   Dictionary of Greek

  • παρασκευή — η προετοιμασία, εκτέλεση: Η παρασκευή αυτού του φαρμάκου είναι πολύ δύσκολη και δαπανηρή …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • παρασκευῇ — παρασκευάζω fut ind mid 2nd sg (doric) παρασκευάζω fut ind act 3rd sg (doric) παρασκευάζω fut ind mid 2nd sg (doric) παρασκευάζω fut ind act 3rd sg (doric) παρασκευή preparation fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Παρασκευή — η μέρα της εβδομάδας …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Αγία Παρασκευή — Ονομασία 33 οικισμών. 1. Πόλη (υψόμ. 230 μ., 56.836 κάτ.) στην περιφέρεια της πρωτεύουσας, της οποίας ουσιαστικά αποτελεί προάστιο. Βρίσκεται στους βόρειους πρόποδες του Υμηττού σε απόσταση 10 χλμ. βορειοανατολικά των Αθηνών, σε πευκόφυτη περιοχή …   Dictionary of Greek

  • Αγία Παρασκευή — Sp Agia Paraskèvė Ap Αγία Παρασκευή/Agia Paraskevi L C ir V Graikija …   Pasaulio vietovardžiai. Internetinė duomenų bazė

  • παρασκευῆι — παρασκευῇ , παρασκευάζω fut ind mid 2nd sg (doric) παρασκευῇ , παρασκευάζω fut ind act 3rd sg (doric) παρασκευῇ , παρασκευάζω fut ind mid 2nd sg (doric) παρασκευῇ , παρασκευάζω fut ind act 3rd sg (doric) παρασκευῇ , παρασκευή preparation fem dat… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παρασκευαῖς — παρασκευή preparation fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παρασκευαί — παρασκευή preparation fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παρασκευήν — παρασκευή preparation fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”